Εδώ ακούτε ποντιακή μουσική
Εδώ ακούτε ποντιακή μουσική

Share on facebook
Joomla Slide Menu by DART Creations
Facebook fan page
Ο Σπύρον ο Γιοσμάς στη Νέα Σάντα Κομοτηνής προπολεμικά

Στο Τσορμίκ υπήρχαν πολλοί ερασιτέχνες μουσικοί , οι οποίοι έπαιζαν λύρα και αγγείον. Ωστόσο ανάμεσα σε αυτούς ξεχώριζε ο Σπύρον τη Γιοσμά (Στυλπνόπουλος) στη λύρα και οι Ακριβεσάντ (Ακριβόπουλοι) στο αγγείο . Αγγείο και ζουρνά επίσης έπαιζε πολύ καλά και ο Κωνσταντίνος Αρχιτεκτονίδης (Κότικας) , ο οποίος δυστυχώς πέθανε αρκετά νέος στην πατρίδα . Για το αγγείο όμως και το ρόλο του στη μουσική των Σανταίων θα αναφερθούμε σε κάποιο άλλο άρθρο μας.

Σχετικά με το Σπύρο το Στυλπνόπουλο όμως έχουμε να πούμε ότι μετά την καταστροφή εγκαταστάθηκε με πολλούς ακόμη πατριώτες μας στη Νέα Σάντα Κομοτηνής. Εκτός από την κοινή Σανταίικη καταγωγή τον ένωναν με τα Παλατίτσια  πολλές συγγένειες αφού εκεί ζούσαν τόσο ο γιος του Θεόδωρος (Σιόνος) όσο και πολλά από τα αδέρφια του.

Οι αφηγήσεις για το παίξιμό του τον παρουσιάζουν ως θρυλικό παραδοσιακό λυράρη , ο οποίος ήταν ξακουστός σε πολλά από τα ρωμαίικα χωριά του Καρς , και κυρίως στα Σανταίτκα χωρία του Καρς.

Κάθε βράδυ έπαιζε σε χορούς που διοργανώνονταν σε κάποιο ευρύχωρο σπίτι , στα δώματα και στα τσαϊρια του χωριού . Επίσης ήταν ο μουσικός των γάμων του χωριού.

Ο Μηνάς Ακριβόπουλος , ο οποίος γεννήθηκε στο Χιγκιάρ (Άνω Τσορμίκ)  στα 1907 , μου αφηγήθηκε ότι τον θυμόταν να παίζει σε κάποιο γάμο ένα σκοπό που έγινε γνωστός αργότερα από τον Σταύρη τον Πετρίδη. Ο σκοπός αυτός ήταν το πασίγνωστο ΄΄ο πρόσωπος τραντάφυλλον΄΄ . Το συγκεκριμένο κομμάτι το έπαιζαν πιο γρήγορα σε ρυθμό αργού τικ και το χόρευαν. Ακόμη από άλλη  αφήγηση (Όλγα Αρχιτεκτονίδου) διασώθηκε και ένα δίστιχό του που έχει ως εξής:

 

Οσήμερον επαίρεμε ένας κόκκινος ήλες

ήλεμ ήλεμ λελεύωσε τ’ αρνόπομ πουθέν κ’ είδες.


Παρακάτω ακολουθεί ένα δημοσίευμα που έπεσε στα χέρια μου και αναφέρεται σο θείο τον Σπύρον τον λυριτσή , όπως τον αποκαλεί . Προέρχεται από κάποιον συγχωριανό του Τάκη Α.  του οποίου το όνομα δυστυχώς ακόμη δεν γνωρίζω και πολύ θα ήθελα να το μάθω.

(τη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο,  μου την παραχώρησε με πολύ προθυμία ο εγγονός του μπάρμπα Σπύρου και φίλος μου  , Σπύρος Στυλπνόπουλος . Επίσης είμαι πολύ ευτυχής που στα χέρια μου βρίσκεται επίσης και μία από τις ιστορικές λύρες του  , η   οποία φαίνεται και στη φωτογραφία )

Ο θείον ο Σπύρον ο λυριτσής.

Στο χωριό μας τη Νέα Σάντα της Κομοτηνής (έτσι μας άρεσε να τη λέμε και όχι του Νομού Ροδόπης, όπως όταν κάνουμε κάποια αίτηση ή παίρνουμε κάποιο επίσημο έγγραφο»). Σ' αυτή τη Νέα Σάντα, λοιπόν, όπως και σε όλα τα ποντιακά χωριά της Βόρειας Ελλάδας και όχι μόνο, κυκλοφορούσε η φήμη κάποιου λυριτζή ονόματι Σταύρη. Μια φήμη που σχεδόν τον θεοποιούσε για τη δεξιοτεχνία του στο δοξάρι της λύρας. Κάτι άλλο σχετικά μ' αυτόν δεν γνωρίζαμε παρά μόνο ότι κατοικοέδρευε προς Θεσσαλονίκη μεριά. Άλλος ένας λόγος για να ανεβεί το κύρος του. Δεν ήταν δα και λίγο να κατοικείς σε μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη.

Φυσικό ήτανε λοιπόν για τους άμοιρους Πόντιους χωρικούς με τα χίλια δύο προβλήματα, αλλά και με τις χίλιες δυο φιλοδοξίες και ματαιοδοξίες για να δείξουν ο ένας στον άλλο ότι πατάει σε ανώτερο σκαλοπάτι (και ας βράζανε όλοι στο ίδιο καζάνι), να τρέξουν να πιάσουν σειρά στον προθάλαμο αυτού του Πόντιου Ορφέα. Και όλος αυτός ο συρφετός μήπως και καταφέρουν και τον έχουν σε κάποια τους γιορτή και πολύ περισσότερο στον γάμο κάποιου παιδιού τους. Και αυτό γινότανε, όχι για να διεξαχθεί ο γάμος ή η γιορτή καλύτερα, αλλά για να γίνει σαματάς, από την άλλη κιόλας μέρα, γύρω από το όνομα τους.

Αυτά και άλλα τέτοια διαδίδονταν για τον Σταύρη. Έτσι λοιπόν, όσο ο κατάλογος της αναμονής μεγάλωνε, αλλάζανε και οι προγραμματισμοί των γάμων. Δεν καθορίζονταν πια από τις επιθυμίες των νέων που θα παντρεύονταν, εξάλλου ποιος τους ρωτούσε τότε, αυτή ήτανε υπόθεση των γονιών τους. Όλα όμως εξαρτιόνταν από το πρόγραμμα και τη διαθεσιμότητα του Σταύρη.

Εμείς όμως εκεί στη Νέα Σάντα πολύ λίγο μας ένοιαζε αν ο Σταύρης είχε ή δεν είχε καιρό . Δεν μας προκαλούσαν εντύπωση ούτε και οι επιδόσεις του στο παίξιμο της λύρας. Και αυτά επειδή εμείς είχαμε τον δικό μας ισάξιο «Σταύρη», τον θείον τον Σπύρον, τον λυριτσήν εμούν (τον δικό μας). Όταν δένεσαι με κάτι δεν το αλλάζεις με τίποτα.

Γι' αυτό και εμείς δεν αλλάζαμε τον δικό μας λυριτσή με κανέναν άλλο κι ας έφερνε όποιο όνομα ήθελε, ακόμα και αυτό το «Σταύρης». Και ήταν δικός μας γέννημα και θρέμμα ΣΑΝΤΑΙΟΣ. Μαζί με όλους τους συγχωριανούς του ξεκίνησε και αυτός στα χρόνια του ξεριζωμού, περνώντας από φωτιά και σίδερο, μαζί τους σ' όλες τις θύελλες και τους τυφώνες του λεγόμενου «επαναπατρισμού» τους. «Επαναπατρισμός» προς τα πού; Αφού ερχόντουσαν για πρώτη φορά σε μια άγνωστη πατρίδα.

Σ' αυτά τα δίσεκτα χρόνια του ξεριζωμού τους από τα χώματα που είχαν φυτρώσει μέχρι να φτάσουν κάπου να ξαναριζώσουν, τους είχαν φυτέψει διαδοχικά σε διάφορα μέρη της Ανατολικής Θράκης και όλο τους έσπρωχναν προς τα δω, τα Δυτικά, μέχρι να βρεθεί αυτό το άγονο μέρος που τους πετάξανε τελικά για να ησυχάσουν και αυτοί αλλά περισσότερο εκείνοι που τους έφεραν. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας ήταν να αποδεκατισθούν από την «καλοπέραση» και τις αρρώστιες. Σ' αυτές τις συνθήκες οι συγχωριανοί μας δέθηκαν μεταξύ τους τόσο που έγιναν μία μεγάλη οικογένεια. Πού, λοιπόν, να αλλάξουν κάτι που ήταν εντελώς δικό τους με κάτι ξένο και προπαντός τον λυριτζή τους, που έστω και τις λιγοστές φορές στο ξαπόσταμα τους έδινε λίγη χαρά με τη λύρα του.

Tα χρόνια έχουν περάσει και είναι πολλά μάλιστα, και εμείς που τότε ήμασταν παιδιά και όλα αυτά τα ακούγαμε από αφηγήσεις των γονιών μας, νοσταλγούμε εκείνα τα υπέροχα (υπέροχα σε σύγκριση με τι;) για  μας όμως υπέροχα παιδικά χρόνια και τις χαρούμενες στιγμές που χάριζε αυτός ο άνθρωπος σ' όλο το χωριό. Θυμούμαστε τα απογεύματα της Κυριακής που ξεκινούσε από το σπίτι του σκορπίζοντας δεξιά και αριστερά τις μελωδίες της λύρας του, σήμα κατατεθέν, ότι συγχωριανοί σηκωθείτε, φτάνει η κούραση της βδομάδας στα χωράφια, ώρα να το ρίξετε και λίγο «έξω». Και οι συγχωριανοί του άλλο που δεν ήθελαν. Ήταν, βλέπεις, και οι νέοι που είχαν τ' αυτιά τσιτωμένα περιμένοντας το «σύνθημα». Ο τόπος που θα κατέληγαν δεν ήταν προκαθορισμένος και πάντα ο ίδιος. Εξαρτιόνταν από τα κέφια του καιρού. Αν ήταν βροχερός ή κρύος η κουστωδία που σχηματιζόταν θα κατέληγε σε κανένα καφενείο. Αν πάλι ο καιρός ήταν καλός δεν ενοχλούσε κανέναν το χωματοστρώσιμο της πλατείας ή του σταυροδρομιού ή ακόμη και κάποιας ευρύχωρης αυλής. Αυτά για τις κυριακάτικες γιορτές και τις άλλες τις μεγάλες που ήταν κοινές για όλους (Χριστούγεννα, Πάσχα, 15αύγουστο). Για τις άλλες, εκείνες των Αγίων που καταδέχτηκαν να χαρίσουν το όνομα τους σε κάποιον θνητό, αυτές ετοιμάζονταν από αυτούς τους τυχερούς, ξέροντας πως η επίσκεψη του λυριτζή και όχι μόνο θα γινόταν όπου νάναι. Και αυτός δε χαλούσε χατίρι. Θα περνούσε από όλους. Σ' αυτές τις ονομαστικές γιορτές (τότε δε γιορτάζαμε γενέθλια) είχαμε τα γλέντια, δηλαδή εδώ υπήρχε και ποτό και μεζές. Στις άλλες, τις «γενικές» τις κυριακάτικες και τις άλλες, ο κόσμος ευφραίνονταν από τις μελωδίες της λύρας του Σπύρου. Το τι χορούς ήταν σε θέση να στήσει αυτός ο άνθρωπος δεν περιγράφεται. Μαγνήτιζε όλους με τη λύρα του. Εκεί που έβλεπες κάποιον να χτυπά ρυθμικά το χώμα με το πόδι του, βρισκόταν, χωρίς και ο ίδιος να το καταλάβει, στην κυκλική σειρά του χορού. Έτσι χορεύονταν και χορεύονται ακόμη στα χωριά οι ποντιακοί  χοροί. Κύκλος ο χορός και ο οργανοπαίκτης, ο λυριτζής, κατά το πλείστον, στη μέση. Λέμε, κατά το πλείστον, επειδή ποντιακά μουσικά όργανα θεωρούνται και το αγγείον), η ζουρνά και το ταούλ , όχι αυτό των προσκόπων αλλά εκείνο το μεγάλο. Αναφερθήκαμε στη θέση του οργανοπαίκτη κατά τη διάρκεια του χορού μόνο και μόνο για να κάνουμε διάκριση από αυτά τα χορογραφημένα συγκροτήματα που βλέπουμε στην τηλεόραση. Εδώ τους οργανοπαίχτες τους στήνουν καρφωτούς στην εξέδρα που ετοίμασαν από πριν. Σ’ αυτήν την περίπτωση νομίζω πως τους Πόντιους που παρακολουθούν αυτά τα προγράμματα τους είναι ευχάριστο μόνο το χάιδεμα των αυτιών τους από τη μελωδία. Ενώ στους αυθεντικούς δικούς μας χορούς ο λυριτζής πρέπει να ξεδιπλώσει όλα τα ταλέντα του. Έτσι τουλάχιστον συνηθίσαμε εμείς της Νέας Σάντας από τον θείον Σπύρον. Τον λέγαμε θείο, επειδή τότε συνηθίζαμε να λέμε οι μικρότεροι τους μεγάλους «θείε», το «κύριε» άργησε πολύ να κάνει την εμφάνιση του. Αυτός ο Σπύρον λοιπόν είχε το γενικό πρόσταγμα στο χορό. Ήταν ο αρχικαπετάνιος. Αυτός άρχιζε, αυτός διηύθυνε και αυτός τελείωνε το χορό. Και τι δεν έκανε μέσα στο χορό. Παρατηρούσε με το στιλπνό μάτι του (Στιλπνόπουλος γαρ στο επίθετο) όλες τις κινήσεις των χορευτών. Μόλις δε έπεφτε στην αντίληψή του ότι κάποιος από τους λικνιζόμενους έχασε το βηματισμό του, χωρίς να δυσανασχετεί τον έστελνε στην ουρά. Αν πάλι δεν έστρωνε ο χορός όπως αυτός ήθελε, έμπαινε πρώτος, παίζοντας συνέχεια και ακουμπώντας τον αριστερό του ώμο στο δεξί χέρι του μέχρι τότε πρώτου στο χορό και ο χορός γινόταν σον τόπον (στον τόπο ή σημειωτόν). Παρατούσε δε τη θέση αυτή αφού ο χορός είχε στρώσει. Άλλα τσαλιούμεα (τερτίπια-σκέρτσα) του λυριτζή μας: Πήγαινε τρέχοντας από τη μία άκρη στην άλλη κρατώντας τη λύρα πότε ψηλά πάνω από το κεφάλι του, πότε πίσω στην πλάτη του. Πώς να μην δημιουργούν εντύπωση και να μη μνημονεύονται όλα αυτά στο μυαλό ενός παιδιού; Το πιο ωραίο του όμως, που χαροποιούσε όλους, ήταν όταν έβλεπε πως στο χέρι κάποιου που χόρευε να μπαίνει κάποιο συγγενικό του πρόσωπο. Τότε έφερνε μια μεγάλη γύρα (φυσικά όλοι καταλάβαιναν τι θα ακολουθήσει) και ερχόταν και γονάτιζε μπροστά στο ζευγάρι και ο χορός γινόταν «σον τόπον» μέχρι που ο ηλικιωμένος από τους δύο κολλούσε κάποιο χαρτονόμισμα στο μέτωπο του. Δεν είχε καμία σημασία η αξία του χαρτονομί­σματος, έπρεπε να γίνει τ' ατιάτ (συνή­θεια) και έγινε, προς αγαλλίαση του ζευγαριού και τέρψη όλων.

Στους χορούς αυτούς μαζεύονταν όλο το χωριό, χωρίς να είναι απαραίτητο να δοκιμάσουν όλοι τις χορευτικές τους ικανότητες. Μαζεμένοι σχημάτιζαν έναν δεύτερο κύκλο γύρω από αυτόν των χορευτών. Αλήθεια, πώς άντεχαν τόσες ώρες στην ορθοστασία;

Στους δικούς μας χορούς τις περισσότερες φορές ο ίδιος ο λυριτσής είναι και καλός τραγoυδιστής. Ο δικός μας δεν ήταν. Ακόμη και εκεί που ο λυριτζής
τραγουδάει, συμπληρώνεται από άλλους καλλίφωνους και καμιά φορά και φάλτσους. Τα τραγούδια μας, από δίστιχα, εξιστορούσαν τα πάθη και τη νοσταλγία της χαμένης πατρίδας με τα ψηλά τα ρασόπα (βουνά) και τα κρύα νερόπα, τα παρχάρια και τ' ορμάνια, τα καμένα Τσάμπασια που δεν έμεινε τίποτα παρά μόνο σαχτάρ (στάχτη). Τραγούδια για Τρυγόνες και /\εμόνες κλπ. Μα ήτανε και τα άλλα τα αθώα μέσα στην πονηριά τους. Αυτά είχαν προσωπικό χαρακτήρα και εκτοξεύονταν από ερωτευμένους με κατεύθυνση και αποδέκτη κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, είτε αυτό ήταν «τη σιόρας το κορτσόπον» (η θυγατέρα της χήρας) είτε κάποιας υπερπροστατευτικής μαμάς, που δεν άφηνε την κόρη της να πλησιάσει αυτόν που απαιτούσε δικαιώματα και τότε την στόλιζε την καημένη τη μαμά.

Ένας οργανοπαίκτης, για να αποδώσει τα μέγιστα, πρέπει το όργανο που παίζει να είναι άρτιας ποιότητας για να συμπληρώσει το ταλέντο του. Στη δική μας περίπτωση η λύρα  του Σπύρου ανταποκρίνονταν στα παραπάνω και είχε και άλλες αξίες. Η πρώτη απ' όλες ήταν συναισθηματική. Αγοράστηκε εκεί στην πατρίδα όταν ο κάτοχος της ήταν ακόμη νέος. Και απ’  ό,τι μου έλεγε ο φί­λος μου ο Νίκος, που του διηγήθηκε ο πατέρας του, που ήταν και ξάδερφος του Σπύρου, για να αγορασθεί μαζέψανε χρήματα (έρανο το λέμε τώρα) όλοι οι μερακλήδες φίλοι του. Δεύτερη της αξία είναι ιστορική Διήνυσε όλη την ταλαιπωρημένη πορεία κολλημένη πάνω στο αφεντικό της , από τα χωριά της Σάντας μέχρι τη Νέα Σάντα (εδώ ο φίλος μας ο Τάκης μάλλον αγνοεί ότι ο Σπύρος ο Στυλπνόπουλος ήταν Σανταίος από το Τσορμίκ του Καρς , όπως και εμείς άλλωστε) . Τώρα για την ποιότητα της λέγονταν πολλά. Κάποτε, λίγο καιρό μπροστά από τον πόλεμο, ο περιβόητος Σταύρης επισκέφτηκε το χω­ριό μας. Φαίνεται πως όχι μόνο εμείς ακούγαμε γι' αυτόν αλλά και αυτός' άκουσε για τον δικό μας συνάδελφο του. Αφού δοκίμασε τη λύρα ενθουσιάστηκε τόσο που πρόσφερε στον Σπύρο όσες λίρες  (χρήματα) ήθελε για να την αποκτήσει. Μα πουλιέται ένα τέτοιο αντικείμενο που είχε γίνει ένα με τον κάτοχο του; Και το περίεργο κανείς δεν έμαθε από τί ξύλο ήταν φτιαγμένη. Το τέλος της όμως ήταν τραγικό. Στον καιρό του Εμφυλίου, ή μετά το τέλος του, η λύρα έγινε κομμάτια από τον ίδιο τον Σπύρο. Τα αίτια δεν είναι γνωστά. Μπορεί, επειδή και αυτουνού η οικογένεια, όπως και όλων σχεδόν των άλλων της Νέας Σάντας, είχε δώσει παιδιά στον πόλεμο. Τώρα, επειδή ο θείον ο Σπύρον γερνούσε, έπρεπε να βρεθεί αντικαταστάτης. Δοκιμάσανε κάμποσα παιδιά αλλά αποδείχτηκε πως μόνο ένας είχε το ταλέντο να συνεχίσει την παράδοση. Αυτός ήταν ο Νίκος ο Στιλπνόπουλος (το είχε το σόι φαίνεται) Δυστυχώς όμως ο σίφουνας του πολέμου που φύσηξε πάνω από την πατρίδα μας, παρέσυρε και αυτόν όπως και τόσους άλλους. Τον πήρε και πήγε και τον έριξε πολύ μακριά σε ξένη χώρα με πολύ διαφορετικά ήθη και έθιμα από τα δικά μας. Και έτσι ξεκομμένος από την πηγή έμπνευσης δεν μπόρεσε να ξεδιπλώσει το ταλέντο του και να συνεχίσει το έργο του θείου του

Τάκης Α.

*Ο Σταύρης ο κεμετζετσής (Τραπεζούντα) εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Σταύρης ο Πετρίδης (πατέρας του Γώγου Πετρίδη, του΄΄ Πατριάρχη΄΄  της λύρας) επισκέφτηκε πολλές φορές με την παρέα του το χωριό μας , τα Παλατίτσια , προπολεμικά. Ο παραπάνω  γεννήθηκε στο Φαντάχ της Όλασσας (περιοχή στην οποία κατοικούσαν πολλοί Σανταίοι) ανδρώθηκε δε καλλιτεχνικά στην Τραπεζούντα κυρίως μέσα στις παρέες των Σανταίων και Κρωμναίων κατοίκων της πόλης.Αυτό έκανε τους περισσότερους να πιστεύουν ότι η καταγωγή του ήταν από την χιλιοτραγουδισμένη  Κρώμνη 

 

εμέν Κρωμέτεν λέγνε με και γω Κρωμέτες κ' είμαι

τ' οσπίτοπο μ' σην Όλασαν , και Φανταχέτες είμαι